02.08.2018  Beitrag drucken

Workout: η κρίση της εργασίας και τα όρια της καπιταλιστικής κοινωνίας

english         deutsch

του Norbert Trenkle (2018)

1.

Όταν ο CEO της Siemens, Josef Kaeser ανακοίνωσε το Νοέμβριο του 2017 ότι η εταιρία θα προχωρούσε σε μείωση 7,000 θέσεων εργασίας παγκοσμίως και σε κλείσιμο αρκετών μονάδων παραγωγής στη Γερμανία, αυτό προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, έντονες διαμαρτυρίες και κριτική. Οι άνθρωποι ρωτούσαν: γιατί η εταιρία ανακοινώνει απολύσεις ενώ πραγματοποιεί τόσο ψηλά κέρδη; Από όλες τις πλευρές εκφραζόταν το γνωστό παράπονο: για ακόμη μια φορά μια επιχείρηση υπέκυψε στις υποδείξεις των χρηματιστηριακών αγορών και των μετόχων και ότι η «τίμια εργασία» στην οποία στηρίχθηκε η επιτυχία της επιχείρησης, τώρα δεν μετρά καθόλου. Μερικοί φιλελεύθεροι δημοσιογράφοι μάλιστα, εξέφραζαν ανησυχία  ότι οι πράξεις της διεύθυνσης της Siemens ενδεχόμενα να έπλητταν τη νομιμοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος. Στην εφημερίδα Süddeutsche Zeitung, ο Detlef Esslinger έγραφε τον ίδιο μήνα ότι «Εάν θέλεις οι άνθρωποι να απελπιστούν με την οικονομία της αγοράς , τον καπιταλισμό και την παγκοσμιοποίηση, τότε δεν έχεις παρά να συμπεριφέρεσαι όπως ο Kaeser και η εταιρία του. Αυτοί επιτρέπουν την αναπαραγωγή των χειρότερων κλισέ για τους αδηφάγους επιχειρηματίες που δεν ικανοποιούνται ποτέ από το ύψος των τιμών του χρηματιστηρίου.»

Στην πραγματικότητα, η περίπτωση της Siemens αναδεικνύει το στάτους της εργασίας, όπως και τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, στην σημερινή εποχή του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Είναι προφανές ότι η δυναμική της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης έχει μετακινηθεί προς τις χρηματιστηριακές αγορές στις τρεις τελευταίες δεκαετίες, και αυτό είχε δραστικές συνέπειες στις κοινωνικές και εργασιακές συνθήκες. Όμως αυτό δεν ήταν απότοκο της λειτουργίας ορισμένων άπληστων μάνατζερ, τραπεζιτών και επενδυτών σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπάρχουν δομικές αιτίες οι οποίες μπορούν να εξηγηθούν από την ιστορική δυναμική της καπιταλιστικής κοινωνίας που εκδηλώνεται αντικειμενικά. Για να κατανοηθεί το πώς η εργασία υποβαθμίζεται σε αυξανόμενο βαθμό στις τρεις τελευταίες δεκαετίες, πρέπει πρώτα να δούμε από πιο κοντά αυτή την ιστορική δυναμική.

Χρειάζεται να ειπωθεί εκ των προτέρων, ότι η βαθύτερη ιστορική δυναμική της καπιταλιστικής κοινωνίας, έχει ένα ιστορικά συγκεκριμένο χαρακτήρα. Εδώ δεν αναφέρομαι σε κάποια υπέρ-ιστορική λογική κοινωνικής εξέλιξης όπως λέει ο παραδοσιακός μαρξισμός (κάτι που τον κατατάσσει για τα καλά εντός της παράδοσης του Διαφωτισμού). Αντίθετα, αναφέρομαι σε μια δυναμική που είναι το προϊόν της εσωτερικής αντίθεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας και κατ’ επέκταση έχει νόημα μόνο για αυτή την κοινωνία. Η πρώτη στιγμή αυτής της αντίθεσης είναι ο καταναγκασμός για ασταμάτητη συσσώρευση κεφαλαίου. Το κεφάλαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά αξία που πρέπει να αξιοποιείται, με άλλα λόγια, να επαυξάνεται. Η αξία εκδηλώνεται εμπειρικά με τη μορφή του χρήματος και με αυτή την έννοια η αξιοποίηση της αξίας μπορεί να αναπαρασταθεί με το γνωστό τύπο του Μαρξ, Χ-Ε-Χ’ [Χ τόνος], δηλαδή Χρήμα – Εμπόρευμα – περισσότερο Χρήμα. Μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτή την κίνηση αυτοσκοπική αφού το ίδιο πράγμα βρίσκεται τόσο στην αρχή όσο και στο τέρμα αυτής της επαναλαμβανόμενης κίνησης-χωρίς-τέλος: το χρήμα μετατρέπεται σε περισσότερο χρήμα. Επομένως, η αξία (στη μορφή του χρήματος) ξανά και ξανά, αναφέρεται μόνο στον εαυτό της, και ο μοναδικός σκοπός αυτής της κίνησης είναι η συνεχής συσσώρευση υπεραξίας. Ένεκα της δικής της εσωτερικής λογικής, αυτή η αυτοσκοπική κίνηση δεν γνωρίζει καθόλου όρια. Η καθαρά αφηρημένη-ποσοτική της φύση, την αναγκάζει να συνεχίζεται χωρίς τέλος. Εδώ βρίσκεται και η βάση της ακατάπαυστης ώθησης για ανάπτυξη στην καπιταλιστική κοινωνία – η οποία, ως γνωστό, καταστρέφει τις βάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης στον πλανήτη.

Αυτή η ακατάπαυστη ώθηση προς συσσώρευση κεφαλαίου οδηγείται ενώπιον μιας δεύτερης στιγμής της καπιταλιστικής αντίθεσης: τον καταναγκασμό για συνεχή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ή αλλιώς όπως λέγεται σήμερα, για διαρκώς αυξανόμενη παραγωγικότητα. Αυτός ο καταναγκασμός, ο οποίος είναι αποτέλεσμα του ανταγωνισμού ανάμεσα στα μεμονωμένα κεφάλαια, βρίσκεται σε μια εσωτερική αντίθεση με τη ατέρμονη αυτό-αναφορική κίνηση της αξιοποίησης της αξίας. Και αυτό γιατί η αύξηση της παραγωγικότητας οδηγεί στη μείωση του ξοδέματος εργασίας ανά παραγόμενο εμπόρευμα και κατ’ επέκταση στη μείωση στο μερίδιο αξίας που αντιπροσωπεύει κάθε εμπόρευμα ξεχωριστά. Αυτό συμβαίνει γιατί η αξία δεν αξιοποιείται, βέβαια, στο κενό αλλά αντίθετα βασίζεται στο γεγονός ότι εργατική δύναμη ξοδεύεται στην παραγωγή εμπορευμάτων. Το κεφάλαιο αγοράζει εργατική δύναμη με σκοπό να την χρησιμοποιήσει στην παραγωγή εμπορευμάτων και να αποσπά την επιπλέον αξία. Αυτό είναι δυνατό επειδή η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης κοστίζει λιγότερα από την υπεραξία που αυτή παράγει κατά τις ώρες εργασίας. Έτσι, αν το ξόδεμα εργασίας ανά εμπόρευμα μειωθεί ένεκα μιας αύξησης της παραγωγικότητας, τότε το μερίδιο αξίας που αντιπροσωπεύεται σε κάθε εμπόρευμα επίσης μειώνεται. Αυτό εκφράζει μια τάση που βρίσκεται σε αντίθεση με την αυτοσκοπική κίνηση της καπιταλιστικής αξιοποίησης, αφού αυτή η κίνηση μπορεί να συνεχίζεται μόνο εφόσον παράγεται συνεχώς περισσότερη αξία.

 

2.

Ωστόσο, από ιστορικής πλευράς, αυτή η αντίθεση που είναι εγγενής στη λογική της καπιταλιστικής δυναμικής, δεν υπήρξε εμπόδιο στην αξιοποίηση του κεφαλαίου. Τα αποτελέσματα της παραγωγικότητας αντισταθμίζονταν και υπερ-αντισταθμίζονταν μέσω της επιταχυνόμενης επέκτασης σε νέες αγορές και μέσω της ανάπτυξης νέων τομέων μαζικής παραγωγής. Η μείωση στην αξία του κάθε ξεχωριστού εμπορεύματος αντισταθμιζόταν από την επιταχυνόμενη συνολική ανάπτυξη, με τρόπο που όλο και περισσότερη μάζα αξίας ήταν δυνατό να αποσπάται συνολικά. Αυτή η δυναμική πήρε μια ιδιαίτερη ισχύ κατά την σχετικά σύντομη περίοδο του Φορντισμού, ιδιαίτερα κατά τα τριάντα χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στα καπιταλιστικά κέντρα αυτή η περίοδος θεωρείται ως χρυσή εποχή επειδή ήταν η πρώτη φορά που η μισθο-εξαρτώμενη πλειοψηφία του πληθυσμού μπόρεσε να συμμετάσχει στον καπιταλιστικό πλούτο κατά σημαντικό τρόπο. Όμως εκείνη η περίοδος (η οποία εκ των υστέρων ανασκοπείται με ρομαντισμό) οδηγήθηκε στο τέλος της στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν το Φορντιστικό μπουμ έφτασε τα όρια του και μπήκε σε τροχιά μια νέα ώθηση στην παραγωγικότητα, αυτή τη φορά βασισμένη στις νέες τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας: την Τρίτη Βιομηχανική Επανάσταση.

Η Τρίτη Βιομηχανική Επανάσταση, αποτελεί μια σημαντική ποιοτική διαφοροποίηση στην ιστορία της ανάπτυξης της παραγωγικότητας. Η μικροηλεκτρονική οδήγησε σε μια ριζική αναδιοργάνωση της παραγωγής συνολικά με τρόπο που η εργασία έχασε τον κεντρικό ρόλο που είχε μέχρι πρότινος και η γνώση – ή πιο συγκεκριμένα, η εφαρμογή της γνώσης στην παραγωγή – έγινε η κύρια παραγωγική δύναμη. Όμως αυτή η ανατροπή είχε καταστροφικές συνέπειες για την καπιταλιστική αξιοποίηση. Με τον μαζικό εκτοπισμό εργασίας από την παραγωγή, η πηγή της υπεραξίας που προηγουμένως λειτουργούσε ως το καύσιμο της αυτοσκοπικής κίνησης της αξιοποίησης της αξίας, στέρεψε. Αυτό αποδεικνύεται εμπειρικά από το γεγονός ότι η παγκόσμια υλική παραγωγή (δηλαδή, η μάζα των παραγόμενων εμπορευμάτων) έχει σημειώσει πολλαπλάσια αύξηση σε σχέση με τη δεκαετία του 1980, ενώ ο αριθμός των εργαζομένων στους βασικούς τομείς παραγωγής της παγκόσμιας οικονομίας έχει μειωθεί σημαντικά κατά την ίδια περίοδο. Η ανάπτυξη νέων παραγωγικών κλάδων μαζικής κατανάλωσης δεν μπόρεσε καθόλου να αλλάξει αυτή την πραγματικότητα αφού αυτοί οι νέοι κλάδοι οργανώνονται στη βάση διαδικασιών αυτοματοποίησης. Ως αποτέλεσμα, ο πλανήτης πνίγεται μέσα σε μια ραγδαία αυξανόμενη πλημμύρα από εμπορεύματα (που οδηγεί σε μια επιταχυνόμενη καταστροφή των φυσικών πόρων), τα οποία όμως αντιπροσωπεύουν μια αυξανόμενα συρρικνούμενη ποσότητα αξία επειδή παράγονται με ολοένα και λιγότερη εργατική δύναμη.

Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι η κρίση του Φορντισμού εξελίχθηκε σε μια θεμελιακή κρίση της καπιταλιστικής αξιοποίησης η οποία δεν μπορεί πλέον να ξεπεραστεί με τον ίδιο τρόπο που ξεπεράστηκαν οι προηγούμενες σημαντικές κρίσεις στην ιστορία του καπιταλισμού. Η εμφάνιση νέων τομέων ανάπτυξης που να κινητοποιούν εργατική δύναμη για την παραγωγή εμπορευμάτων, δεν είναι πλέον δυνατή στο υπάρχον επίπεδο παραγωγικότητας. Ακόμη και οι Κεϋνσιανές μέθοδοι διάσωσης επιχειρήσεων όπως εφαρμόστηκαν παντού τη δεκαετία του 1970 δεν οδήγησαν πουθενά εκτός από τη δημιουργία μια φούσκας στα κρατικά χρέη, αφού δεν ήταν ικανές να διορθώσουν τις δομικές αιτίες της κρίσης. Ως αποτέλεσμα, τη δεκαετία του 1980, ο κλασσικός καπιταλισμός έφτασε ένα ιστορικό όριο το οποίο δεν μπορούσε πλέον να ξεπεράσει.

Μετά από διάφορες προσπάθειες, εμφανίστηκε ένας άλλος δρόμος για έξοδο από την κρίση της καπιταλιστικής αξιοποίησης: το κεφάλαιο που δεν μπορούσε πιά να επενδυθεί με ικανοποιητική κερδοφορία στην λεγόμενη πραγματική οικονομία, κατέφυγε στα χρηματιστήρια σε μεγάλη κλίμακα. Έτσι το κεφάλαιο μπόρεσε να συνεχίσει την αυτοσκοπική κίνηση της συσσώρευσης χρήματος, όμως αυτό πλέον δεν βασίζεται στην χρησιμοποίηση εργασίας για την παραγωγή εμπορευμάτων αλλά αντίθετα, στην συσσώρευση πλασματικού κεφαλαίου. Από τότε, αυτή η μορφή καπιταλιστικής συσσώρευσης έχει καθορίσει την πορεία της καπιταλιστικής κοινωνίας. Και αυτό συνεπάγεται ότι η εργασία έχει χάσει το προηγούμενο της στάτους στην δυναμική του καπιταλισμού. Για να κατανοηθεί τι σημαίνει αυτό για τη θέση της εργασίας στην κοινωνία πρέπει πρώτα να απαντηθεί το ερώτημα: τι συνιστά τον συγκεκριμένο χαρακτήρα της συσσώρευσης πλασματικού κεφαλαίου και πως αυτός διαφέρει από την καπιταλιστική αξιοποίηση μέσω της χρησιμοποίησης εργασίας για την παραγωγή εμπορευμάτων.

 

3.

Η έννοια του πλασματικού κεφαλαίου προέρχεται από την κριτική της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ, όμως εκεί βρίσκεται ανεπτυγμένη μόνο αποσπασματικά στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Στο βιβλίο μας Die große Entwertung (Η Μεγάλη Υποτίμηση), ο Ernst Lohoff και εγώ, αναφερόμαστε σε αυτά τα αποσπάσματα και προσπαθούμε να τα αναπτύξουμε κάνοντας τα χρήσιμα για μια ανάλυση της σύγχρονης κρίσης του καπιταλισμού. Τα κύρια σημεία μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Το πλασματικό κεφάλαιο εμφανίζεται όταν κάποιος δίνει χρήματα σε κάποιον άλλο με αντάλλαγμα ένα τίτλο ιδιοκτησίας (ομόλογο, μετοχή σε μια επιχείρηση, κλπ.) που αντιπροσωπεύει μια απαίτηση σε αυτό το χρήμα και την μελλοντική του αύξηση (στη μορφή του τόκου ή των μερισμάτων για παράδειγμα). Αυτή η διαδικασία διπλασιάζει το αρχικό ποσό: τώρα υπάρχει δύο φορές και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τα δύο μέρη. Εκείνος που έχει πάρει τα χρήματα μπορεί να τα χρησιμοποιήσει αγοράζοντας πράγματα, κάνοντας επενδύσεις ή αγοράζοντας χρηματοοικονομικά προϊόντα, όμως την ίδια στιγμή το ποσό έχει μετατραπεί σε χρηματικό κεφάλαιο που αποδίδει κέρδος για εκείνο που έδωσε τα χρήματα αρχικά. Το κεφάλαιο, με αυτό τον τρόπο, επαυξάνεται μέσω της απλής πράξης της έκδοσης ενός τίτλου. Για να το πούμε με άλλα λόγια: το κεφάλαιο συσσωρεύτηκε παρά το γεγονός ότι τίποτα δεν παράχθηκε.  Όμως αυτό το χρηματικό κεφάλαιο δεν αποτελείται από τίποτε άλλο εκτός από μια καταγραμμένη απαίτηση που αντιπροσωπεύει ένα προσδοκώμενο μελλοντικό κέρδος.

Η προσδοκία μελλοντικής αξίας με τη μορφή του πλασματικού κεφαλαίου είναι συνηθισμένο φαινόμενο του καπιταλισμού. Όμως πήρε ένα εντελώς διαφορετικό νόημα κατά τη διαδικασία της κρίσης που προκάλεσε η Τρίτη Βιομηχανική Επανάσταση. Εάν όντως υπήρξε μια εποχή που η δημιουργία πλασματικού κεφαλαίου έπαιζε υποστηρικτικό ρόλο στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου (για παράδειγμα με την προ-χρηματοδότηση μεγάλων επενδύσεων), τώρα οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί επειδή η βάση εκείνης της διαδικασίας έχει καταρρεύσει. Η συσσώρευση κεφαλαίου δεν βασίζεται πλέον κυρίως στην εκμετάλλευση της εργασίας κατά την παραγωγή εμπορευμάτων όπως αυτοκίνητα, χάμπουργκερ και έξυπνα τηλέφωνα, αλλά πολύ περισσότερο στην μαζική έκδοση τίτλων όπως μετοχές, ομόλογα και χρηματοοικονομικά παράγωγα που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις σε μελλοντική αξία.  Ως αποτέλεσμα, το πλασματικό κεφάλαιο έγινε το ίδιο η μηχανή της καπιταλιστικής συσσώρευσης την ώρα που η παραγωγή εμπορευμάτων έχει περιοριστεί σε μια εξαρτημένη μεταβλητή.

Βεβαίως υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα σε αυτή τη μορφή συσσώρευσης κεφαλαίου και της προηγούμενης μορφής καπιταλιστικής κίνησης. Επειδή η βάση είναι η προσμονή αξίας που θα δημιουργηθεί στο μέλλον, πρόκειται για μια διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου χωρίς αξιοποίηση κεφαλαίου. Δεν βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης κατά την διαδικασία παραγωγής της αξίας στο εδώ και το τώρα, αλλά στην προσδοκία μελλοντικών κερδών, τα οποία μπορούν να προκύψουν σε τελική ανάλυση μόνο από επιπλέον εκμετάλλευση της εργασίας. Όμως, καθώς αυτή η προσδοκία δεν μπορεί να εξαργυρωθεί λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο ανάπτυξης της παραγωγικής δύναμης, αυτές οι απαιτήσεις πρέπει να ανανεώνονται ξανά και ξανά, και η προσδοκία για μελλοντική αξία πρέπει να αναβάλλεται συνεχώς για αργότερα. Ως αποτέλεσμα, οι χρηματοοικονομικοί τίτλοι υπόκεινται υποχρεωτικά σε μια γεωμετρική αύξηση της αξίας τους.  Αυτός είναι και ο λόγος που η αξία του κεφαλαίου στον χρηματοοικονομικό τομέα ξεπέρασε την αξία των παραγόμενων εμπορευμάτων στο πολλαπλάσιο εδώ και πολύ καιρό. Αυτές οι «αχαλίνωτες χρηματοοικονομικές αγορές» συχνά κατηγορούνται στη δημόσια συζήτηση ως  υπεύθυνες για την κρίση, ωστόσο στην πραγματικότητα, εφόσον η βάση της αξιοποίησης χάθηκε, αυτές ήταν η μοναδική οδός για να επιβιώσει και να συνεχίσει η συσσώρευση κεφαλαίου. Γι’ αυτό και κάνουμε αναφορά στο βιβλίο μας στην εποχή του αντίστροφου καπιταλισμού, έτσι ώστε να διακρίνουμε τη συγκεκριμένη περίοδο από τον κλασσικό καπιταλισμό, ο οποίος βασιζόταν στην χρησιμοποίηση εργασίας κατά την εμπορευματική παραγωγή.

Η κυριαρχία του χρηματοοικονομικού τομέα στην συσσώρευση κεφαλαίου δεν συνεπάγεται ότι αυτή έχει αποσυνδεθεί πλήρως από την πραγματική οικονομία. Με το δικό της τρόπο, η συσσώρευση κεφαλαίου στον χρηματοοικονομικό τομέα πάντοτε στηρίζεται σε συγκεκριμένα σημεία αναφοράς της πραγματικής οικονομίας. Δεν προϋποθέτει την πραγματοποίηση αξιοποίησης, αλλά βασίζεται στην προσδοκία πραγματοποίησης κέρδους στο μέλλον. Με αυτό τον τρόπο βρίσκεται εξαρτημένη σε ελπίδες και αναμονή μελλοντικών αυξανόμενων κερδών από την πώληση εμπορευμάτων στην αγορά, ή τουλάχιστον συγκεκριμένων εμπορευμάτων. Για παράδειγμα: κάθε φούσκα στις αξίες των ακινήτων βασίζεται στην αναμονή αύξησης των τιμών στα ακίνητα, κάθε αύξηση των τιμών στα χρηματιστήρια ξεκινά από την ελπίδα για μελλοντικά κέρδη από τις επιχειρήσεις.

Το πόσο ευάλωτος σε κρίσεις είναι ο καπιταλισμός στην εποχή του πλασματικού κεφαλαίου μπορεί να κατανοηθεί όταν δούμε την εξάρτηση του πλασματικού κεφαλαίου από τις ελπίδες για μελλοντικά κέρδη στην πραγματική οικονομία. Όποτε αυτές οι προβλέψεις αποδειχτούν ψευδαισθήσεις και οι κερδοσκοπικές φούσκες σκάσουν, το συσσωρευμένο πλασματικό κεφάλαιο χάνει την αξία του και η δυναμική της συσσώρευσης σταματά. Όπως παρατηρήθηκε στην πολύ πρόσφατη παγκόσμια κρίση του 2008, σε μια τέτοια κατάσταση η οικονομία κινδυνεύει από μια σπειροειδή καθοδική πορεία υποτίμησης κατά την οποία εκδηλώνεται ο πραγματικός θεμελιακός χαρακτήρας της κρίσης που βρισκόταν κρυμμένος. Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να αποφευχθεί αυτό: η δημιουργία νέων, ακόμη μεγαλύτερων ποσοτήτων πλασματικού κεφαλαίου των οποίων η συσσώρευση τρέφεται από την προσδοκία μελλοντικών κερδών σε άλλους τομείς της πραγματικής οικονομίας. Όμως, όσο περισσότερο συνεχίζεται αυτή η περίοδος του πλασματικού κεφαλαίου, τόσο δυσκολότερο γίνεται να χρησιμοποιούνται νέοι τομείς της πραγματικής οικονομίας για να δημιουργείται ελπίδα μελλοντικών κερδών. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας, επομένως, δεν μπορεί να συνεχίζει τη συσσώρευση ατέλειωτα. Έχει τα δικά του εσωτερικά όρια, τα οποία συνεχώς έρχονται πιο κοντά. Δεν θα επεκταθώ άλλο στο ζήτημα των εσωτερικών ορίων του πλασματικού κεφαλαίου αλλά θα συζητήσω τώρα τις συνέπειες του πλασματικού κεφαλαίου για την εργασία – και την μάζα των ανθρώπων που βασίζονται στην πώληση της εργατικής τους δύναμης.

 

4.

Κατ’ αρχήν, μπορούμε να πούμε ότι όταν το κεφάλαιο δεν επαυξάνεται κυρίως μέσω της εκμετάλλευσης εργατικής δύναμης κατά την παραγωγή εμπορευμάτων, ιδιοποιούμενο την αντίστοιχη υπεραξία αλλά αντίθετα αναφέρεται απευθείας στον εαυτό του, τότε  από οικονομικής πλευράς, η εργασία χάνει τη θεμελιακή της σημασία για το κεφάλαιο. Όταν το κεφάλαιο (στη μορφή των τίτλων) πωλείται ως εμπόρευμα και το αρχικό κεφάλαιο διπλασιάζεται κατά την διαδικασία αυτής της πώλησης (έστω μόνο για περιορισμένο διάστημα), τότε το κεφάλαιο-φετίχ έχει φτάσει στην ιδανική του μορφή. Η κίνηση Χ-Ε-Χ’ (Χρήμα – Εμπόρευμα – περισσότερο Χρήμα) μετατρέπεται στην σύντμηση Χ-Χ’ (Χρήμα-περισσότερο Χρήμα), στην οποία το κεφάλαιο επαυξάνει τον εαυτό του χωρίς την άβολη παράκαμψη μέσω της εμπορευματικής παραγωγής. Όμως αυτό αποκόβει την άμεση σχέση της συσσώρευσης του κεφαλαίου με τον κόσμο των υλικών προϊόντων και των υπηρεσιών. Η παραγωγή εμπορευμάτων ήταν πάντοτε ένα μέσο για να επιτυγχάνεται ο σκοπός της αύξησης του χρήματος, όμως ήταν απαραίτητο να συμβαίνει για να μπορεί ο κύκλος της αξιοποίησης να συνεχίζει. Τώρα, δεν έχει καν αυτή την καθοριστική λειτουργία. Και αυτό συνεπάγεται ότι το εμπόρευμα εργατική δύναμη χάνει την κεντρική του σημασία για την συσσώρευση του κεφαλαίου.

Κατά την περίοδο του κλασσικού καπιταλισμού, ο οποίος βασιζόταν στην αξιοποίηση της αξίας και ο οποίος τελείωσε με την κρίση του Φορντισμού, η εργατική δύναμη ήταν το βασικό εμπόρευμα της καπιταλιστικής συσσώρευσης επειδή ήταν το μοναδικό εμπόρευμα του οποίου η αξία χρήσης ήταν το να παράγει περισσότερη αξία από το κόστος της δικής της αναπαραγωγής. Για τους πωλητές του εμπορεύματος εργατική δύναμη, αυτή η ειδική θέση σήμαινε, από τη μια, να είναι υποχρεωμένοι να υπηρετούν το κεφάλαιο κάθε μέρα και να υποτάσσονται στους καταναγκασμούς της εμπορευματικής παραγωγής. Από την άλλη, τους προσέφερε μια σχετικά ισχυρή διαπραγματευτική θέση σε σχέση με το κεφάλαιο, επιτρέποντας τους να πετυχαίνουν σημαντικές βελτιώσεις στους μισθούς, τις συνθήκες εργασίας και την κοινωνική πρόνοια – τουλάχιστο στα καπιταλιστικά κέντρα. Επιπλέον, οι συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούσαν στους τόπους παραγωγής με τυποποιημένη μαζική εργασία – ιδιαίτερα κατά την Φορντιστική περίοδο – διευκόλυναν την ευρεία οργάνωση σε συντεχνίες.

Όμως με το τέλος του κλασσικού καπιταλισμού, αυτή η κατάσταση σχετικής ισορροπίας ισχύος ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία διαλύθηκε πλήρως. Η αυτοματοποίηση της παραγωγής και η επιβολή ενός νέου υπερεθνικού καταμερισμού εργασίας γνωστού ως παγκοσμιοποίηση, δεν ήταν οι μόνες αιτίες για την σημαντική αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής θέσης των πωλητών εργατικής δύναμης που παρατηρήθηκε από τις δεκαετίες του 1970 και 1980. Η απορρύθμιση των συνθηκών εργασίας, η δημιουργία ευέλικτων μορφών εργοδότησης και η στοχευμένη αποδυνάμωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων μέσω νεοφιλελεύθερων πολιτικών, συνείσφεραν επίσης προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως, αυτό που ήταν το καθοριστικό στην μακροπρόθεσμη και παρατεινόμενη αλλαγή των σχέσεων ισχύος ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία ήταν το γεγονός ότι το επίκεντρο της καπιταλιστικής συσσώρευσης μετατοπίστηκε από την εκμετάλλευση εργατικής δύναμης κατά την παραγωγή εμπορευμάτων, στις χρηματοπιστωτικές αγορές.  Ως αποτέλεσμα τούτου, το εμπόρευμα εργατική δύναμη έχασε το στάτους του ως το βασικό εμπόρευμα της καπιταλιστικής συσσώρευσης και μετατράπηκε σε μια εξαρτημένη μεταβλητή της δυναμικής του πλασματικού κεφαλαίου.

Τα πράγματα έχουν έτσι, επειδή ακόμη και αν η συσσώρευση πλασματικού κεφαλαίου δεν μπορεί να αποσυνδεθεί εντελώς από την πραγματική παραγωγή εμπορευμάτων, η σχέση της με αυτό τον τομέα είναι πλέον διαφορετική από ότι ήταν κάτω από τις συνθήκες της κλασσικής αξιοποίησης του κεφαλαίου. Στην εποχή του αντίστροφου καπιταλισμού, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η δραστηριότητα στην πραγματική οικονομία έχει μόνο μια λειτουργία για την καπιταλιστική συσσώρευση: παρέχει την ελπίδα για μελλοντικές προσδοκίες κέρδους. Η ανάπτυξη ή η ελπίδα για ανάπτυξη, σε συγκεκριμένες περιοχές ή τομείς είναι η αφετηρία για τη δημιουργία νέων χρηματιστηριακών τίτλων και ως τέτοια δίνει την ώθηση για την συσσώρευση κεφαλαίου στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Όμως την ίδια στιγμή, η δραστηριότητα στην πραγματική οικονομία εξαρτάται θεμελιακά και δομικά από μια συνεχή εισροή πλασματικού κεφαλαίου. Αυτό ισχύει τόσο για την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών που χρηματοδοτείται με έσοδα και πιστώσεις από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, αλλά επίσης για τις επενδύσεις στην βιομηχανία, τις πρώτες ύλες και πρωτίστως στον κατασκευαστικό τομέα. Αυτές οι επενδύσεις μπορούν να συμβαίνουν μόνο όσο ο χρηματοπιστωτικός τομέας διατηρεί τη δυναμική της κίνησης του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, εργατική δύναμη ναι μεν τίθεται σε κίνηση, αλλά βρίσκεται πλήρως εξαρτημένη από τις οικονομικές προοπτικές του πλασματικού κεφαλαίου.

Επομένως, στην ουσία, την εποχή του αντίστροφου καπιταλισμού, η υλική παραγωγή (και συνεπακόλουθα το ξόδεμα εργατικής δύναμης), συμβαίνει μόνο στο βαθμό που άμεσα ή έμμεσα, αυτή προκαλείται τεχνητά από τη συσσώρευση πλασματικού κεφαλαίου. Οι τομείς της πραγματικής οικονομίας ανθίζουν μόνο στο βαθμό που τρέφονται από χρήματα που παράγονται στον χρηματοπιστωτικό τομέα, χρήματα τα οποία, με αυτό τον τρόπο, δημιουργούν ταυτόχρονα νέα σημεία αναφοράς για τη συνέχιση της ίδιας αυτό-αναφορικής δυναμικής. Εάν αυτός ο κύκλος σπάσει για οποιοδήποτε λόγο, τότε οδηγούμαστε με άμεσο τρόπο σε μια ισχυρή αντιστροφή της σπειροειδούς κίνησης της συσσώρευσης, προκαλώντας μια τεράστια υποτίμηση στους χρηματοπιστωτικούς τίτλους με άμεσες επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία. Αυτή η σχέση είναι ιδιαίτερα άμεση στην κατασκευαστική βιομηχανία γιατί η κερδοσκοπία μέσω της αύξησης των τιμών των ακινήτων συνδέεται άμεσα με την κατασκευή κτηρίων και την επέκταση των υποδομών. Επιπλέον, ο κατασκευαστικός τομέας παραμένει σχετικά υψηλής εντάσεως εργασίας επειδή δεν μπορεί να αυτοματοποιηθεί στον ίδιο βαθμό όπως η βιομηχανική παραγωγή. Για αυτό, σε κάθε περιοχή ανάπτυξης, ο κατασκευαστικός τομέας είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής εργατικής δύναμης και έχει μετατραπεί στον μεγαλύτερο παράγοντα στις στατιστικές του ΑΕΠ. Όμως για αυτό τον ίδιο λόγο, ο κατασκευαστικός τομέας είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στις κρίσεις του πλασματικού κεφαλαίου, όπως έδειξε πρόσφατα και η κρίση του 2008.

Όμως, και οι τομείς της βιομηχανίας και των πρώτων υλών είναι θεμελιακά και δομικά εξαρτημένοι από τη δυναμική του πλασματικού κεφαλαίου, ιδιαίτερα στις χώρες που προσανατολίζονται στις εξαγωγές. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση της Κίνας η οποία αγοράζει τεράστιες ποσότητες χρηματοπιστωτικών τίτλων, πρωτίστως από τις ΗΠΑ, ως αντίτιμο για τις εξαγωγές των εμπορευμάτων της σε ολόκληρο τον κόσμο. Χωρίς αυτό τον μηχανισμό, δεν θα μπορούσε ποτέ να εκβιομηχανοποιηθεί τόσο ραγδαία, αφού αυτή η εκβιομηχάνιση προϋπέθετε απαραίτητα την συσσώρευση ενός κολοσσιαίου και συνεχούς πλεονάσματος εξαγωγών το οποίο χρειαζόταν να αντισταθμίζεται με κάποιο τρόπο από τις χώρες που έκαναν τις εισαγωγές. Για αυτό το λόγο, μετά την κατάρρευση του 2008, η πολιτική ηγεσία στην Κίνα παρέκαμψε την απώλεια πλασματικού κεφαλαίου από το εξωτερικό με τη δημιουργία πλασματικού κεφαλαίου στο εσωτερικό – πρωτίστως με τη δημιουργία τεράστιων ποσών πίστωσης μέσω των κρατικά ελεγχόμενων τραπεζών. Ως αποτέλεσμα, το εσωτερικό χρέος της Κίνας εκτινάχθηκε και σήμερα αποτελεί ένας τεράστιο παγκόσμιο ρίσκο.

 

5.

Οι πωλητές του εμπορεύματος εργατική δύναμη βιώνουν την ακραία εξάρτηση από το πλασματικό κεφάλαιο όχι μόνο κατά τις περιόδους των χρηματοπιστωτικών κρίσεων, αλλά επίσης και κατά την κανονική πορεία της συσσώρευσης. Συγκεκριμένα, οι προσδοκίες για υψηλές αποδόσεις που έχουν πάντοτε ως μέτρο τα κέρδη στον χρηματοπιστωτικό τομέα και για αυτό υπερβαίνουν κατά πολύ τη νόρμα του κλασσικού καπιταλισμού, δημιουργούν τεράστια πίεση. Για να επιτευχθούν αυτές οι πολύ ψηλές αποδόσεις, οι μισθολογικές και εργασιακές συνθήκες πρέπει να σπρώχνονται διαρκώς προς τα κάτω και οι ώρες εργασίας να αυξάνονται ανηλεώς. Δεν υπάρχει κανένα εργοτάξιο και καμία επιχείρηση που να έχει ξεφύγει από αυτό τον παγκόσμιο διαγωνισμό ντάμπινγκ. Η αποχώρηση από αυτόν τον παγκόσμιο διαγωνισμό ντάμπινγκ, τιμωρείται με απόσυρση κεφαλαίου το οποίο επειδή έχει το επίκεντρο του στον χρηματοπιστωτικό τομέα έχει γίνει απείρως πιο ευέλικτο. Ακόμη και οι μεγαλύτερες υπερεθνικές εταιρίες και οι παγκόσμιοι χρηματοπιστωτικοί παίκτες υπόκεινται σε αυτή την πίεση. Το αρχικό παράδειγμα της Siemens είναι χαρακτηριστικό: δείχνει με πιο τρόπο η σχέση κεφαλαίου και εργασίας έχει αναποδογυριστεί στην εποχή του αντίστροφου καπιταλισμού. Εάν μια διεθνής εταιρία ανακοίνωνε πριν από σαράντα χρόνια ότι θα έκλεινε μια απολύτως βιώσιμη οικονομικά, μονάδα παραγωγής και ότι θα απέλυε αρκετές χιλιάδες υπαλλήλους, οι μέτοχοι θα απέλυαν τους διευθυντές ως σαμποτέρ της αξιοποίησης κεφαλαίου της εταιρίας. Βεβαίως και πριν σαράντα χρόνια έκλειναν μονάδες παραγωγής και γίνονταν μαζικές απολύσεις, αλλά αυτό συνέβαινε όταν το εργοστάσιο έχανε χρήματα μακροπρόθεσμα και δεν μπορούσε να γίνει ανταγωνιστικό μέσω εξορθολογισμού της παραγωγής. Σε τελική ανάλυση, ήταν θέμα επέκτασης των δυνατοτήτων επένδυσης για το κεφάλαιο, στην παραγωγή εμπορευμάτων.

Εκείνη η λογική, πλέον, δεν έχει ισχύ στην εποχή του πλασματικού κεφαλαίου επειδή η δημιουργία νέων δυνατοτήτων συσσώρευσης για το κεφάλαιο δεν χρειάζεται την επέκταση της παραγωγής. Αντίθετα, το καθοριστικό είναι η συνεχής αναπαραγωγή χρηματοπιστωτικών τίτλων που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις σε μελλοντική αξία. Η κερδοφορία που καταγράφει σήμερα μια συγκεκριμένη μονάδα παραγωγής είναι μόνο ένα επιφανειακό σημείο αναφοράς για αυτή τη διαδικασία. Από αυτή την οπτική, μια μέτρια κερδοφορία δεν φαίνεται να είναι επαρκής πλέον, όπως δείχνουν οι απειλούμενες μονάδες παραγωγής της Siemens, επειδή δεν μπορεί να συμβαδίζει με τους στόχους για κέρδη που θέτουν οι χρηματοπιστωτικές αγορές ούτε μπορεί να δημιουργήσει φαντασιώσεις για μελλοντικές αυξήσεις κέρδους. Αυτός είναι και ο λόγος που το κλείσιμο τέτοιων μονάδων παραγωγής, παρόλο που αυτό ουσιαστικά σημαίνει καταστροφή λειτουργούντος  κεφαλαίου, οδηγεί σε αύξηση των τιμών των μετοχών των εν λόγω εταιριών. Το γεγονός ότι η παραγωγική βάση της εταιρίας μειώνεται είναι αδιάφορο επειδή οι πρακτικές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία είναι δευτερεύουσες για τη συσσώρευση πλασματικού κεφαλαίου. Το κρίσιμο σημείο είναι η δημιουργία προσδοκιών για πιθανά ψηλά μελλοντικά κέρδη που να μπορούν να πραγματοποιηθούν σήμερα.

Παρά το γεγονός ότι αυτές οι προσδοκίες δεν εκπληρώνονται, οι μετοχές μπορούν να πωληθούν σε δευτερόλεπτα και να αντικατασταθούν με άλλους χρηματοπιστωτικούς τίτλους. Αυτός είναι και ο λόγος που ο κατακερματισμός των εταιριών σε διάφορα συστατικά μέρη τα οποία τοποθετούνται ξεχωριστά στα χρηματιστήρια είναι μια τόσο δημοφιλής πρακτική στον σύγχρονο κόσμο του μάνατζμεντ – μια πρακτική που παρεμπιπτόντως και ο CEO της Siemens εφαρμόζει πολύ καλά. Το κριτήριο για αυτού του είδους τον κατακερματισμό, επομένως, δεν είναι το κατά πόσο αυτό εξυπηρετεί την παραγωγή της επιχείρησης, την τεχνολογία ή την οργάνωση. Αυτό που μετρά είναι, και πάλι, το γεγονός ότι με κάθε μέρος της επιχείρησης που μπαίνει στο χρηματιστήριο (κατά προτίμηση υπό ευφάνταστη ονομασία) δημιουργούνται νέα σημεία αναφοράς για την συσσώρευση πλασματικού κεφαλαίου. Η ίδια λογική ακολουθείται εδώ και καιρό στις διευρυμένες ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων υποδομών και υπηρεσιών. Είναι πολύ καλά γνωστό ότι η ιδιωτικοποίηση δεν κάνει σε καμία περίπτωση τις υπηρεσίες «πιο αποδοτικές», παρά τους ισχυρισμούς των ιδεολόγων του νεοφιλελευθερισμού. Στην πραγματικότητα συνήθως γίνονται χειρότερες και πιο ακριβές. Όμως και εδώ επίσης, δημιουργούνται νέα σημεία φαντασιώσεων για τη συσσώρευση πλασματικού κεφαλαίου.

 

6.

Το γεγονός ότι η εργασία έχει μετατραπεί σε περιθωριακό εξάρτημα του πλασματικού κεφαλαίου στην εποχή του αντίστροφου καπιταλισμού δεν έχει πλήξει ούτε κατ’ ελάχιστο το ηθικό στάτους που αυτή διατηρεί στην κοινωνία. Η εργασία βρίσκεται κάτω από αυξημένη πίεση και έχει απωλέσει την οικονομική της σημασία και μαζί με αυτή και την κοινωνική και πολιτική διαπραγματευτική της δύναμη. Για αυτό το λόγο, τα τελευταία τριάντα χρόνια, η εργασία έχει ξαναγίνει καθοριστικός παράγοντας στη συγκρότηση τόσο των ατομικών όσο και των συλλογικών ταυτοτήτων. Στις δεκαετίες του 1970 και 1980, η καπιταλιστική ηθική της εργασίας, η ταύτιση με την εργασία και η κατανόηση της ως σκοπός της ζωής του ατόμου, έτυχαν κριτικής αμφισβήτησης ένεκα της «κρίσης της εργασίας», όπως συζητείτο ευρέως τότε και υπό την επίδραση της πολιτιστικής επανάστασης του 1968. Όμως με την πολιτική στροφή στο νεοφιλελευθερισμό, η οποία εισήγαγε την εποχή του αντίστροφου καπιταλισμού, έλαβε χώρα μια ιδεολογική αλλαγή. Αρχικά, ήταν οι νεοφιλελεύθερες ελίτ και οι προσανατολισμένοι στο νεοφιλελευθερισμό σοσιαλδημοκράτες, που κήρυτταν την επιστροφή στην ηθική της εργασίας, και συνακόλουθα νομιμοποιούσαν πάνω απ’ όλα την πλήρη απορρύθμιση και ευελιξία των συνθηκών εργασίας και την αποδόμηση του κράτους πρόνοιας. Όμως μετά που οι καταστροφικές κοινωνικές συνέπειες αυτών των πολιτικών έγιναν ξεκάθαρες, υπήρξε μια νέα ιδεολογική στροφή. Η ταύτιση με την εργασία γενικά έγινε το σημείο αναφοράς για μια αντιδραστική, εθνικιστική κριτική του νεοφιλελευθερισμού και του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Λαϊκιστές στη δεξιά και την αριστερά επικαλούνται τώρα την κατασκευασμένη έννοια των «καλών, έντιμων εργαζομένων» και υπόσχονται να τους ξαναβάλουν στο επίκεντρο της κοινωνίας. Αυτό υποτίθεται ότι θα συμβεί μέσω μιας επιστροφής στην «οικονομία της αγοράς» που βασιζόταν στη μαζική εργασία, η οποία θα ρυθμίζεται από ένα ενισχυμένο εθνικό κράτος, για το κοινό καλό.

Στην πραγματικότητα, αυτό που εμφανίζεται ως ριζοσπαστική κριτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επικίνδυνη πολιτική οπισθοδρόμηση. Βασικά, η επίκληση της εργασίας είναι ταυτόσημη με την αποδοχή [affirmation] του πυρήνα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η ιστορική μοναδικότητα (sui generis) της καπιταλιστικής κοινωνίας συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι θέτει την εργασία στο επίκεντρο, αντίθετα με όλες τις άλλες προϋπάρχουσες μορφές κοινωνίας. Και τούτο επειδή η εμπορευματική παραγωγή συνεπάγεται τη διαμεσολάβηση των κοινωνικών σχέσεων από την εργασία. Όμως αυτή η μορφή διαμεσολάβησης είναι αναγκαστικά πραγμοποιημένη [reified] και συνιστά μια ορισμένη μορφή αφηρημένης κυριαρχίας που είναι ιστορικά χαρακτηριστική του καπιταλισμού. Οι άνθρωποι δεν αλληλεπιδρούν άμεσα αλλά αντίθετα δια μέσω των προϊόντων της εργασίας τους (δηλαδή των εμπορευμάτων) και της πώλησης της εργατικής τους δύναμης. Έτσι οι κοινωνικές σχέσεις μετατρέπονται σε σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα. Τα προϊόντα της εργασίας με αυτό τον τρόπο, αποκτούν εξουσία πάνω στους παραγωγούς τους και επιβάλλουν τους πραγμοποιημένους καταναγκασμούς τους πάνω σε αυτούς. Ο Μαρξ ονόμασε αυτό το φαινόμενο φετιχισμό της κοινωνίας που παράγει εμπορεύματα. Αυτοί οι φετιχιστικοί καταναγκασμοί δεν καθορίζουν μόνο την λειτουργία των ατόμων προς τα έξω, παίζουν ρόλο επίσης στη εσωτερική τους διαμόρφωση κατά θεμελιακό τρόπο. Για να το θέσουμε ωμά, μπορούμε να πούμε ότι τα άτομα στον καπιταλισμό μετατρέπονται σε υποκείμενα μέσω της εργασίας, με τον να αντιμετωπίζουν τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας και την ίδια την κοινωνία συνολικά ως αντικείμενα. Η εργασία, επομένως, είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με τη συγκρότηση του υποκειμένου της νεωτερικότητας. Αυτός είναι επίσης ο λόγος γιατί η ταύτιση του ατόμου με την εργασία του, φαντάζει τόσο φυσική και αδιαμφισβήτητη.

Τα άτομα στη νεωτερικότητα είναι φανερό ότι δεν έχουν καμία συνείδηση αυτής της φετιχιστικής συγκρότησης. Για αυτά τα άτομα, η εργασία εμφανίζεται ως υπερ-ιστορική σταθερά που αποτελεί την ουσία της «ανθρωπότητας». Έχοντας αυτά υπόψη, δεν πρέπει να προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι η κριτική στον καπιταλισμό σχεδόν πάντοτε συνοδεύεται από θετικές αναφορές στην εργασία. Η θέση ότι η εργασία βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, δεν ανήκει μόνο στο φιλελευθερισμό αλλά επίσης στον παραδοσιακό μαρξισμό, του οποίου η σχέση με την εργασία πήρε πρακτικά ένα θρησκευτικό τόνο. Θεωρούσε την εργατική τάξη ως το αληθινό υποκείμενο [true subject] της ιστορίας και ως τον προκαθορισμένο φορέα της κοινωνικής χειραφέτησης. Σύμφωνα με το όραμα του παραδοσιακού μαρξισμού, η χειραφέτηση επί της ουσίας σήμαινε την εγκαθίδρυση μιας κοινωνίας βασισμένης στην οικουμενική εργασία στην οποία όμως δεν θα υπάρχει πλέον κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, ήταν ένα ζήτημα απελευθέρωσης της εργασίας από το κεφάλαιο και όχι της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από την εργασία.

Όμως αυτή η σύλληψη αποτελεί μια εννοιολογική αντίφαση. Μια κοινωνία στην οποία οι κοινωνικές σχέσεις βασίζονται στην εργασία είναι εννοιολογικά μια κοινωνία παραγωγών εμπορευμάτων. Και η οικουμενική εμπορευματική παραγωγή συνεπάγεται δομικά την αφηρημένη κυριαρχία όπως επίσης την ύπαρξη κεφαλαίου και κράτους. Κατ’ επέκταση, ο λεγόμενος υπαρκτός σοσιαλισμός δεν ήταν τίποτε άλλο από μια παραλλαγή του καπιταλισμού στην οποία το κράτος με το δικό του τρόπο ανέλαβε το ρόλο του γενικού καπιταλιστή. Το κεφάλαιο δεν είναι μια εξωτερική δύναμη που υποτάσσει την εργασία, αλλά αντίθετα, το κεφάλαιο και η εργασία βρίσκονται μαζί στον πυρήνα της κοινωνίας που βασίζεται στην παραγωγή εμπορευμάτων.

Από αυτή την οπτική, η μεγάλη πλειοψηφία του παλιού καλού εργατικού κινήματος δεν υπήρξε ένα κίνημα ενάντια στον καπιταλισμό αλλά αντίθετα ένα κίνημα για την εργασία εντός του καπιταλισμού. Ως τέτοιο, στην εποχή του, ουσιαστικά βοήθησε να γίνει η ζωή εντός της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων σημαντικά πιο υποφερτή και να κατακτηθούν ελευθερίες. Ταυτόχρονα και μέσω αυτών των αγώνων, διατηρήθηκε ζωντανή η ιδέα της κοινωνικής χειραφέτησης κατά κάποιο τρόπο. Αντίθετα, η αποθέωση της εργασίας από το νέο λαϊκισμό είχε ένα εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Για το παλιό εργατικό κίνημα, η ταύτιση με την εργασία ήταν το σημείο αναφοράς για πρακτικούς αγώνες κοινωνικής αναγνώρισης, για βελτίωση των εργασιακών και κοινωνικών συνθηκών και για πολιτική συμμετοχή κατά την περίοδο της καπιταλιστικής αξιοποίησης που βασιζόταν στη μαζική εργασία. Ο νέος λαϊκισμός, αντίθετα, αντιπροσωπεύει μια αντίδραση στην θεμελιακή υποβάθμιση της εργασίας από τη δυναμική της καπιταλιστικής κρίσης και καθοδηγείται από μια νοσταλγική επιθυμία για επιστροφή σε μια από καιρό χαμένη εποχή του καπιταλισμού.

Με αυτή την έννοια, ο λαϊκισμός της εργασίας σήμερα – τόσο η δεξιά όσο και η αριστερή εκδοχή του – είναι με την αυστηρή έννοια του όρου, αντιδραστικός. Το γεγονός ότι η επιστροφή σε ένα προηγούμενο στάδιο του καπιταλισμού είναι αδύνατη δεν τον καθιστά λιγότερο επικίνδυνο· το ότι δεν υπάρχει κανένας δρόμος προς τα πίσω είναι ακριβώς αυτό που κάνει την λαϊκιστική πολιτική να γίνεται αυξανόμενα επιθετική με ένα απρόβλεπτο τρόπο (απλά σκεφτείτε τον Τραμπ). Η τάση προς εθνικιστικό κατατεμαχισμό εντείνεται παγκόσμια την ίδια στιγμή που ο αυταρχισμός προελαύνει. Όπου έρχονται σε εξουσία οι νέοι λαϊκιστές ξεκινά μια συστηματική διάλυση του φιλελεύθερου, δημοκρατικού συνταγματικού κράτους με την κατάργηση της κλασσικής διάκρισης των εξουσιών των παραδοσιακών μηχανισμών ελέγχου. Και τα κάνουν όλα αυτά βεβαίως «στο όνομα του λαού» και για την υποτιθέμενη «αποκατάσταση της δημοκρατίας».

Σήμερα, ο αγώνας ενάντια στην πολιτική αντίδραση είναι υπέρτατο καθήκον για οποιονδήποτε συνεχίζει να προσβλέπει στην δυνατότητα μιας χειραφετημένης κοινωνίας. Όμως αυτός ο αγώνας μπορεί να κερδηθεί μόνο με μια εντεινόμενη κριτική του καπιταλισμού. Το γεγονός ότι τρέφεται από την διαδεδομένη δυσαρέσκεια για τον καπιταλισμό είναι σίγουρα μια από τις αιτίες που ο αυταρχικός λαϊκισμός από δεξιά ή αριστερά, είναι τόσο επιτυχημένος. Όμως ακόμα και αν αυτή η δυσαρέσκεια οδηγεί προς μια θολή κατανόηση ότι η καπιταλιστική κοινωνία έχει φτάσει τα όρια της, αυτή διοχετεύεται πρωτίστως σε μια απεγνωσμένη επιθυμία να διατηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση σε σύγκρουση με τη δυναμική της δικής της κρίσης. Η επίκληση της εργασίας ως πυλώνα συγκρότησης ταυτότητας είναι κεντρικό μοτίβο αυτής της διαδικασίας. Όμως εφόσον η «τιμή της εργασίας» με την παραδοσιακή έννοια δεν μπορεί πια να διατηρηθεί, αυτό που μένει από εκείνη την ταυτότητα είναι μόνο η συμβολή της στον κοινωνικό και το φυλετικό αποκλεισμό και τον εθνικιστικό καθορισμό.

Η καλά θεμελιωμένη κριτική της εργασίας ως κεντρικής αρχής της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν είναι επομένως ένα θεωρητικό πρόγραμμα για αργόσχολους, αλλά αντίθετα ένα καθοριστικό πρόγραμμα για το άνοιγμα νέων προοπτικών για την κοινωνική χειραφέτηση. Η κατάργηση της εργασίας δεν είναι με κανένα τρόπο μια ουτοπική ιδέα. Ο καπιταλισμός καταργεί εδώ και πολύ καιρό την εργασία με αρνητική έννοια, έτσι κι αλλιώς. Από τη μια, την καθιστά μαζικά πλεονάζουσα μέσω της παραγωγικής δύναμης της γνώσης και από την άλλη, την έχει υποβαθμίσει σε ένα απλό περιθωριακό εξάρτημα της συσσώρευσης του πλασματικού κεφαλαίου. Μια οπισθοχώρηση για να βρεθούμε πίσω σε ένα σημείο πριν αυτό το στάδιο θα ήταν δυνατή μόνο μέσω μιας κοινωνικής καταστροφής. Αντίθετα, είναι απαραίτητο να αξιοποιήσουμε την τεράστια παραγωγική δυνατότητα που δημιούργησε ο καπιταλισμός, για να κάνουμε δυνατή επιτέλους την καλή ζωή για το σύνολο της ανθρωπότητας. Όμως αυτό δεν μπορεί να συμβεί χωρίς μια θεμελιακή κοινωνική μεταμόρφωση.

Οι προϋποθέσεις για την απελευθέρωση από την εργασία και για τη δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία ο καθένας να δρα σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες και ικανότητες, υπάρχουν εδώ και πολύ καιρό. Όμως αυτή η δυνατότητα χρειάζεται να πραγματοποιηθεί.